Γιατί ΛΕΞ;

Όχι άλλη μία δισκοκριτική

0
4908

Κάθε φορά που βγαίνει ένας νέος δίσκος επικρατεί ένα χάος, ένα ανελέητο σπαμμάρισμα από απόψεις, αποψάρες, βεβαίως, hate attacks, fanboy attacks και πάει λέγοντας. Η αποθέωση του υποκειμενισμού, ενδεδυμένου μ’ ένα μανδύα αντικειμενικότητας και πασπαλισμένου, άτεχνα σίγουρα, με τόνους γνώσης – ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουν οι διάφοροι κυβερνορήτορες – που πνίγουν την ουσία και χάνουν το ζητούμενο. Εξ’ αφορμής, λοιπόν, της κυκλοφορίας του νέου σόλο δίσκου του ΛΕΞ, 2ΧΧΧ, που κυκλοφόρησε τα ξημερώματα της Τετάρτης και που, κατά γενική ομολογία, ήταν η αιτία που πολύς κόσμος ξαγρύπνησε στο youtube, επιχειρώ κι εγώ εδώ όχι άλλη μία κριτική του δίσκου, αλλά μία εξήγηση και μια απάντηση, αυστηρά προσωπική, στην ερώτηση όσων αποθεώνουν την τεχνική (και μόνο), «Γιατί ΛΕΞ;».

Ομοίως με όλους τους άλλους ξαγρύπνησα κι εγώ, που χρωστάω την ενοχλητική νύστα μου, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, στον άνθρωπο που μ’ έκανε να ακούσω τον ΛΕΞ. Και εννοώ, να ακούσω πραγματικά τον ΛΕΞ (τον ευχαριστώ γι’ αυτό) και ο οποίος μου έστειλε τα χαράματα της χθεσινής μέρας, το link του playlist. Τον άνθρωπο που, έχοντας ο ίδιος πάθει ψύχωση με το Ταπεινοί και Πεινασμένοι, δημιούργησε και για’ μένα μία, ασυνείδητη εκείνη την ώρα, αγάπη για τον συγκεκριμένο δίσκο, παίζοντας και ξαναπαίζοντάς τον από την αρχή, σ’ έναν μικρό χώρο που κι οι δυο μας minded our own business. Αυτόν το δίσκο που δεν υπάρχει ακροατής του είδους που δεν τον έχει ακούσει, που δεν τον έχει ΞΑΝ’ ακούσει, που δεν τον έχει τιμήσει με κάθε τρόπο, καθιστώντας τον έναν από τους καλύτερους ελληνικούς χιπ χοπ δίσκους ever. Κι αυτό το “ever” γράφεται απολύτως συνειδητά.

Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν ήμουν ποτέ μεγάλη fan του ΛΕΞ. Και η αλήθεια είναι ότι, όταν ένας mc αποφασίζει να κινηθεί αυτόνομα, βγαίνοντας από ένα σχήμα-ογκόλιθο, το μόνο εύκολο είναι να παρασυρθείς από και σε συγκρίσεις που δεν έχουν καμία απολύτως αξία και που φοράνε παρωπίδες, ειδικά όταν επικαλούνται ζητήματα τεχνικής. Πέφτοντας στην παγίδα αυτή, αναζητάς διαρκώς το έντονο, το προφανές, το έκδηλο, ένα καλό flow κι ένα πιασάρικο beat, άντε και κανένα εξίσου πιασάρικο punchline. Δεν τα υποβαθμίζω, εννοείται. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά και σίγουρα δεν είναι τα πιο σημαντικά.

Ο ΛΕΞ έβγαλε, το 2014, έναν δίσκο που δε μπορείς να βάλεις να παίζει απλά στο background. Γιατί κάθε φορά που θα μπαίνει το verse, θα διακόπτεις αυτό που κάνεις για να δώσεις προσοχή στην αφήγηση. Δε μπορείς να κάνεις αλλιώς. Είναι ανάγκη να ακούσεις τι έχει να πει, πώς θα το πει, ταυτιζόμενος, εννοείται, με το γιατί το είπε. Κάθε κομμάτι, κάθε δίσκος που θα βγάλει αυτός ο mc, είναι ένα στιγμιότυπο μόνο, μιας ιστορίας που (δε θα σταματήσει να) γράφεται, καρέ από τη μπομπίνα ενός φιλμ (με στοιχεία noir), πρωταγωνιστής της οποίας είναι ένας άνθρωπος που φέρει, με έναν απόλυτο τρόπο, όλα τα χαρακτηριστικά της φιγούρας του κολασμένου της μητρόπολης.

Ο ΛΕΞ είναι ο «σχιζομητροπολιτικός προλετάριος». Τον διακρίνει αυτή η ίδια «ακατέργαστη συγκρουσιακή διάθεση» του σχιζομητροπολιτικού προλετάριου. Ο σχιζομητροπολιτικός προλετάριος είναι «φετίχ αλλά και εξεγερμένος, εμπόρευμα αλλά και καταστροφέας του εμπορεύματος, εν δυνάμει αυτόχειρας, αλλά και φονιάς. […] Στρατιώτης που εκρήγνυται στη μαζική βία και τις φωτιές είτε του νεοϋορκέζικου black οut, είτε στο Brixton ή τη Νάπολη, αλλά που παρ’ όλα αυτά παραμένει δούλος της αγοράς (όπως όλοι μας)» [1]. Είναι αυτός που αντιλαμβάνεται πρωτογενώς την καταπίεση που βιώνει μέσα στο τσιμέντο της μητρόπολης (που είναι και ο πυρήνας της θεματολογίας του), χωρίς να την εξηγεί συνολικά. Δεν είναι σαφές αν μπορεί να την εξηγήσει σε όλο της το εύρος, είναι ξεκάθαρο, όμως, ότι μπορεί με τα lyrics του να φτιάξει εικόνες που θα την περιγράψουν φωτογραφικά. Είναι αυτός που μπορεί και βάζει στη σειρά λέξεις, απλές λέξεις, ενσωματώνοντας, μάλιστα, με περίτεχνο τρόπο, στις δημιουργίες του, αναφορές της pop κουλτούρας και της σύγχρονης ιστορίας (La Haine και γαλλικά προάστια, Sid and Nancy και βροχερό Λονδίνο πχ, στο νέο δίσκο), καταφέρνοντας να δημιουργήσει κάτι στο οποίο συναντιόμαστε όλοι. Όλοι οι 30s και early 30s, η καταραμένη γενιά των early 90s της οποίας το παρόν και το μέλλον υποθηκεύτηκαν για πάντα σ’ ένα σύστημα που μόνο δίκαιο δεν είναι.

Ο ΛΕΞ είναι παιδί της γενιάς του και, σίγουρα, παιδί της τάξης του. Η ματιά του είναι λαϊκή, αλλά δεν ξεπέφτει στο λαϊκισμό. Ο ΛΕΞ είναι ένας rapper που πετυχαίνει, με το λόγο του, να δικάσει και να καταδικάσει την αρρώστια της μητρόπολης και το σαδισμό του υπάρχοντος, να χλευάσει το κατεστημένο και να φτύσει στα μούτρα τις εξουσιαστικές σχέσεις που αυτά γεννούν, επικαιροποιώντας διαρκώς τις εικόνες και τους ήρωες της ιστορίας που αφηγείται και στην οποία πρωταγωνιστεί και ο ίδιος, μ’ έναν τρόπο που αναδεικνύει, ταυτόχρονα, και την ανεπαίσθητη όσο και δυνατή ομορφιά της στιγμής, αιχμαλωτίζοντάς την στις περιγραφές του. Είναι ένας εραστής του βιώματος. Και το βίωμα είναι πάντα ισχυρότερο από τη θεωρία. Νόμος.

Να, λοιπόν, γιατί ΛΕΞ! Nα γιατί, για πάντα ΛΕΞ!

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ΛΕΞ έβαλε τον πήχη ψηλά, πραγματικά ψηλά, με το δίσκο Ταπεινοί και Πεινασμένοι. Η συνέχεια της ιστορίας, με το δίσκο 2ΧΧΧ, είναι ακριβώς αυτό: μία συνέχεια της ιστορίας. Δε διαφέρει στο ύφος, δε διαφέρει στον ήχο, δε διαφέρει στo delivery. Είναι ο ΛΕΞ που γνωρίζουμε, ο ΛΕΞ που αγαπάμε. Ξανά, εδώ. Και αυτό δεν είναι καλό. Είναι ΤΕΛΕΙΟ! Ο νέος δίσκος, αν και περιέρχει – δυστυχώς – λίγα κομμάτια, είναι άλλη μια γροθιά στο στομάχι. Κάθε λέξη, κάθε κουπλέ, κάθε (dark) παραγωγή, δημιουργούν μια σύνθεση που σκοτώνει. Δε θα πω περισσότερα για το δίσκο αυτό, μιας και, όπως έγραψα πιο πάνω, δεν είναι άλλη μία δισκοκριτική. Ο νέος δίσκος, πάντως, είναι άψογος, πιστός στην εθνογραφικής αξίας αυθεντικότητα των στίχων και την ηχητική αρτιότητα των παραγωγών του ΤΚΠ.

Το κείμενο αυτό είναι, λοιπόν, γι’ αυτόν τον παλίκαρο από τη Σαλόνικα, αυτήν την ήρεμη δύναμη που, στην τελευταία του live εμφάνιση στην Αθήνα, δεν κατάφερε να λάμψει (όσοι ήταν εκεί θα καταλάβουν), γιατί “χάθηκε” μέσα στη βαβούρα και το hype της συναυλίας, μέσα στο overcrowded stage. Δεν ξέρω αν ο ΛΕΞ είναι ή όχι ένας από τους καλύτερους mcs της γενιάς του, μπορώ με βεβαιότητα να πω όμως πως τα κομμάτια του, τα τόσο κλασικά πλέον, είναι το μουσικό στέκι στο οποίο θα επιστρέφει διαρκώς κάθε, καταπονημένος από το καινούριο, χιπ χοπ ακροατής που σέβεται τον εαυτό του, τα χρόνια του αλλά και το ίδιο το είδος.

Καλή τύχη στα παιδιά που γεννάνε σύγχρονα αριστουργήματα.

Σημειώσεις:

[1] Από το βιβλίο του Νίκου Σούζα “Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου – Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα (1974-1998)”, των ελευθεριακών εκδόσεων Ναυτίλος, παραπομπή στο βιβλίο “Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη”, των Renato Curcio και Albero Franceschini.

Comments

comments